Friday, September 7, 2007

Στιγμή 13: Untitled (for the moment...)

Ντύθηκε το καλύτερό του χαμόγελο.
Έβαλε το φόβο στο δεξί τσεπάκι του παντελονιού.
Ήξερε ότι ήταν τρύπιο, ήλπιζε ότι θα παραπέσει.
Πακετάρησε τα πιο στέρεα επιχειρήματα.
Αμήχανος γυρνούσε από δωμάτιο σε δωμάτιο,
μην τυχόν είχε ξεχάσει τίποτα.

Κλειδωσε την πόρτα του σπιτιού.
Άφησε μέσα οτιδήποτε θύμιζε αλήθεια.
Κανένα ίχνος λύπης.
Καμιά υπόνοια μοναξιάς.
Αστεία και γέλια.
Ένιωσε έτοιμος να πείσει για άλλη μια φορά.
Να πείσει ότι είναι αυτό που δεν ήταν ποτέ.

Περπατά γρήγορα.
Το νοικιασμένο του εγώ,
δεν αφήνει χώρο για σκέψεις.
Ωπ!

Παραλίγο να πέσει..
Μικρή παύση.

Σιάξιμο του παντελονιού.
Ίσιωμα του γιακά.
Συνεχίζει.
Περπατά ακόμα πιο γρήγορα.
Δεν ξέρει πού πάει, δεν ξέρει γιατί περπατά.
Βιάζεται.

Το δειλινό σιγά σιγά ρίχνει τα πέπλα του.
Κοιτάζει τον ουρανό.
Μυρίζει ελευθερία.
Την είχε ξεχάσει τούτη τη μυρουδιά.
Τα χρώματα τον κάνουν να θέλει να ταξιδέψει.
Μικρή παύση.

Κλείνει τα μάτια.
"Μονο για λίγο", σιγοψιθυρίζει.
Μόνο για λίγο.
Αφήνει την ψυχή του να ταξιδέψει κι αυτή.
Πόσο την είχε ξεχάσει τη μυρουδιά της ελευθερίας;

Ακίνητος παρατηρητής.
Το έργο ήταν γραμμένο για εκείνον.
Γιατί δεν ένιωθε πρωταγωνιστής;
Γιατί ήταν απλά ένας από εκείνους τους νυσταγμένους θεατές της πρώτης σειράς;
Πήρε μια βαθειά ανάσα.
Ρούφιξε όση ελευθερία μπορούσε.

Ήξερε τι θα κάνει..

Απαλά έβγαλε τη μάσκα του.
Την ακούμπησε στο πλακόστρωτο.
Ένιωσε δυνατός.
Άνοιξε τα μάτια.
Άρχισε να περπατά.
Βήματα αργά, ρυθμικά, σταθερά.
Δε βιαζόταν.
Απολάμβανε το δειλινό.

"Μόλις γυρίσω σπίτι", σκέφτηκε,
"πρέπει να ράψω τις τσέπες μου…".

Tuesday, September 4, 2007

Στιγμή 12: Το ανώτερο ων (Μα είναι αστείο..)

Φωτιές.
Σταμάτησα να μετράω τις μέρες.
Η τηλεόραση μένει κλειστή.
Φροντίζω μόνο να μένω λίγο ενήμερη.
Φωτιές.

------------------------------------------

- Τι πράμα ρε παιδί μου και αυτό με τις φωτιές;
- Όντως.
- Μα ρε συ, κάηκαν ολόκληρα χωριά.
- Ναι, ναι. Και τα δάση. Τα δάση καταστράφηκαν.
- Ξέρεις κάτι;
- Τι;
- Δεν τις μπορώ αυτές τις μαλακίες με τα δάση. Εδώ καίγεται κόσμος. Καίγονται άνθρωποι. Στα αρχίδια μου τα δάση. Κάηκαν μερικά δέντρα και λίγα ζώα. Σιγά και τι έγινε. Εγώ δε μπορώ να βλέπω να καίγονται άνθρωποι...

-------------------------------------------

Η λύκαινα κρατούσε τα μωρά της σφιχτά,
μέσα στην αγκαλιά της.
Έκλαιγαν τρομαγμένα.
Ήθελε κ αυτή να κλαψει.
Ήθελε τόσο πολύ να κλάψει.
Η φωτιά πλησίαζε.
Άκουγε τις κραυγές των δέντρων.
Ένιωθε τον πόνο που φέρνει η φλόγα.
Φοβόταν.
Τα έλατα καθησύχαζαν τα φύλλα τους.
Όλοι ένιωθαν τον κίνδυνο.
Όλοι ήξεραν τι επρόκειτο να γίνει.
Όλοι υπέφεραν.
Σκούπισε στην κοιλιά της
τη βρεγμένη μουσούδα της.
Ήθελε να εξαφανίσει τα λίγα δάκρυα
που είχαν προλάβει να κυλίσουν.
Έσφιξε τα δόντια της. Έδειξε θάρρος.
Θάρρος. Όπως και τα έλατα.
Όπως και όλοι οι κάτοικοι του δάσους.
Όχι, δεν έπρεπε να κλάψει.

Φλόγες...

Υ.Γ. Απλά, σκέφτηκα ότι, μερικές φορές,
είναι ωραίο να αναφέρουμε τα ζητήματα
και τις στιγμές, τις λιγότερο πιασάρικες...

Αυτά.